
Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, η οποία ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2007, φαίνεται πως θα διαρκέσει για αρκετό χρονικό διάστημα και ότι θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στη διεθνή οικονομία. Η ένταση της κρίσης και ο βαθμός των προβλημάτων και δυσκολιών που δημιουργήθηκαν έχουν οδηγήσει στη διατύπωση διάφορων απόψεων για τις βαθύτερες αιτίες της.
Για να τις σκιαγραφήσουμε, μπορούμε να θεωρήσουμε το βαθμό της ρευστότητας ως ένδειξη «κλειδί» για την κατάσταση των χρηματαγορών.
Έχει αναφερθεί πως η αύξηση της ρευστότητας στις αρχές της δεκαετίας του 2000 προπαρασκεύασε τη μελλοντική κρίση. Χωρίς αυξημένη ρευστότητα, οι ταχύτατες καινοτομίες στις χρηματαγορές και η ανάπτυξη υπέρμετρων οικονομικών προγραμμάτων, που ενείχαν διακινδύνευση κεφαλαίου -ιδίως σε προϊόντα σχετικά με το στεγαστικό τομέα- δεν θα ήταν εφικτές. Οι συγκεκριμένες καινοτομίες και η μεγάλη απήχηση προγραμμάτων υψηλού ρίσκου οδήγησαν στην κρίση.
Σε πρόσφατη έρευνα, που πραγματοποίησα με το συνάδελφό μου από το Πανεπιστήμιο του Bath, καθηγητή, κ. Chris Martin, αναλύουμε τους καθοριστικούς παράγοντες της ρευστότητας στις αγορές από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Χρησιμοποιούμε το δείκτη της ρευστότητας όπως έχει υπολογιστεί από την Τράπεζα της Αγγλίας. Ο συγκεκριμένος δείκτης μπορεί να θεωρηθεί παγκόσμιος μετρητής της ρευστότητας, καθώς συνδυάζει στοιχεία από χρηματιστήρια, ισοτιμίες συναλλάγματος και επιχειρηματικά ομόλογα.
Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι η αύξησή της ρευστότητας την περίοδο πριν από την κρίση, δηλαδή από το 2001 έως το 2006, μπορεί να εξηγηθεί από παγκόσμιους παράγοντες, και συγκεκριμένα, από το υψηλό έλλειμμα στις τρέχουσες συναλλαγές και τη ραγδαία χαλάρωση της αμερικανικής νομισματικής πολιτικής. Πράγματι, οι τρέχουσες συναλλαγές στις οικονομίες των χωρών που ανήκουν στη ζώνη των G7 (ΗΠΑ, Αγγλία, Ιαπωνία, Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Καναδάς) παρουσίασαν, το 2006, έλλειμμα της τάξεως του 2,5% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος τους, ενώ στις αρχές τις δεκαετίας του 1990 παρατηρούνταν ισορροπία στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Για να αποφύγουν μία αντίστοιχη κρίση στο μέλλον, λοιπόν, οι διαμορφωτές της πολιτικής θα είναι καλό να ακολουθήσουν δύο βήματα. Πρώτον, η λήψη αποφάσεων για τα επιτόκια χρειάζεται να βασίζεται αφενός στην ανάλυση των οικονομικών στοιχείων που σχετίζονται με τον πληθωρισμό και την οικονομική ανάπτυξη και αφετέρου στην προσεκτική παρακολούθηση των μεταβολών του δείκτη ρευστότητας. Και, δεύτερον, πρέπει να αποφεύγουν υπερβολικά ελλείμματα στις τρέχουσες συναλλαγές.