Πέμπτη 20 Αυγούστου 2009

Η Εθνική Πινακοθήκη στο Κάστρο της Σίφνου


Στο μοναστήρι της Χρυσοπηγής, στη Σίφνο, υπάρχει πάντα το δωμάτιο «όπου έζησε και έγραψε ο ποιητής Αριστομένης Προβελέγγιος». Πριν από μερικά χρόνια, σε συνέντευξή του στο «Αντί», ο Σιφνιός ποιητής Γιώργος Λίκος, ένας από τους σημαντικούς Ελληνες υπερρεαλιστές, περιέγραφε πώς, κολυμπώντας στα νερά στον Πλατύ Γιαλό, συνέλαβε τις πρώτες στροφές ενός ποιήματος. Στο Κάστρο, στο Παλιό Σχολείο, κτίσμα του 1840, που δημιουργήθηκε με δωρεές Σιφνιών που ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη, με την πίσω αυλή του να βλέπει σ’ ένα απέραντο Αιγαίο, το ταπεινό αλλά γεμάτο τοπική ιστορία αυτό οίκημα, αναπαλαιωμένο από απλούς Σιφνιούς–μέλη του Σωματείου «Οι Φίλοι του Κάστρου», κρατάει ζωντανή τη σχέση του νησιού με τα έργα της τέχνης. Εκεί στήθηκε στις 29 Ιουλίου έκθεση με έργα της σύγχρονης ελληνικής παραστατικής τέχνης, τα οποία μάλιστα προέρχονται από τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης.

Ο τίτλος της έκθεσης (θα διαρκέσει έως τις 31 Αυγούστου) είναι «Νέα αποκτήματα της Εθνικής Πινακοθήκης, 1992–2009. Παραστατική τέχνη», την οργάνωση και τη φροντίδα της οποίας έχει η επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης, Δρ Λίνα Τσίκουτα–Δεϊμέζη.

Περιήγηση

Οπως σημειώνει στον κατάλογο της έκθεσης η Λίνα Τσίκουτα: «Τα νέα αποκτήματα των συλλογών της Εθνικής Πινακοθήκης, τα οποία συγκεντρώθηκαν από το 1992 έως το 2009, επί διευθύνσεως δηλαδή της κυρίας Μαρίνας Λαμπράκη–Πλάκα, είναι έργα τα οποία αποκτήθηκαν από αγορές, δωρεές, κληροδοτήματα και φόρους κληρονομιάς και ανέρχονται στα 3.000 έργα. (...) Η έκθεση στο Παλιό Σχολείο του Κάστρου στη Σίφνο αποτελεί την έκτη εκδοχή των νέων αποκτημάτων, ενώ προτείνει μια ανάγνωση της παραστατικής τέχνης των τελευταίων δεκαετιών, βασιζόμενη στο ήδη υπάρχον υλικό». Η επιλογή επικεντρώθηκε σε σημαντικούς σύγχρονους καλλιτέχνες και σε καθηγητές της ΑΣΚΤ, καθώς και σε νεότερους καλλιτέχνες μαθητές τους. Ετσι, την πιο μεγάλη αίθουσα του Παλιού Σχολείου είχαν καταλάβει τα έργα των «παλαιών»: Τέτση, Φασιανού, Μπότσογλου, Μυταρά, Κοκκινίδη, Χριστάκη, Μαυροΐδη, Σκουλάκη, Δανιήλ, Κουζούνη κ.ά., ενώ στην πιο μικρή αίθουσα είχαμε τους «νέους»: Ρόρρη, Μπήτσικα, Βλαχάκη, Σπηλιόπουλο, Μανουσάκη, Μαδένη, Σαχίνη κ.ά. «Αξίζει να σημειωθεί», προσθέτει η Λίνα Τσίκουτα, «πως κάποιοι από τους νεότερους, όπως ο Σπηλιόπουλος, ο Μανουσάκης και ο Μπήτσικας, διδάσκουν επίσης σε Σχολές Καλών Τεχνών». Θα πρέπει ακόμα να πούμε ότι η έκθεση συμπληρώνεται με σημαντικά γλυπτά των Φρόσως Ευθυμιάδη–Μενεγάκη, Ιωάννη Αβραμίδη και Χρήστου Καπράλου.

Φυσικά, δεν πρόκειται για εξαντλητική παρουσίαση της μεγάλης αυτής συλλογής, ωστόσο αυτό που επιχειρήθηκε ήταν ένα «αντιπροσωπευτικό πέρασμα από σημαντικούς καλλιτέχνες, αλλά και άγνωστες πτυχές της σύγχρονης ελληνικής παραστατικής τέχνης». Μια περιήγηση, λοιπόν, με τις ελλείψεις και τις απουσίες της, οι οποίες, σημειώνει η Λίνα Τσίκουτα, «επιβλήθηκαν από τις δυνατότητες του ήδη υπάρχοντος υλικού. Ωστόσο, στην απόδοση της συνολικής εικόνας πιστεύουμε πως αντισταθμίστηκαν, ώς ένα βαθμό, από τις κορυφώσεις, από τις δυνατές παρουσίες, αλλά κι από την ανάδειξη της συνθήκης της διαφορετικότητας».

Απαραίτητες αυτές οι διευκρινίσεις, για τον απλό θεατή όμως, τον Σιφνιό ή τον επισκέπτη, Ελληνα και ξένο, δεν είναι και τόσο απαραίτητες.

Ελληνικότητα

Η ουσία βρίσκεται στην παρουσία των ίδιων των έργων σε αυτόν τον φορτισμένο χώρο. Εργα που, ναι μεν δεν τα συνδέει συγκεκριμένη θεματική, όμως τα φέρνει κοντά μια πολυπρισματική αίσθηση ελληνικότητας – μια ελληνικότητα που δεν είναι απαραίτητα λουσμένη στο φως αλλά έχει και τις σκιές της και τις ομίχλες της, εσωτερικές, ψυχικές: από τους πορφυρούς καβαλάρηδες του Φασιανού έως την αγωνιώδη γύμνια, αυτή τη σπαρακτική σωματικότητα του Μπότσογλου, κι από το μελαγχολικό κορίτσι του Τέτση στη στοχαστική μορφή του Μόραλη, έτσι όπως φιλοτέχνησε τη μορφή του «Δασκάλου» ο Δημοσθένης Σκουλάκης. Ανάλογα, οι χαρακτηριστικές γυναικείες φιγούρες του Γιώργου Ρόρρη ή η υποβλητική «Θημωνιά» του Μανουσάκη διακρίνονται από εσωτερικό κραδασμό, κάτι που δεν χρειάζεται να είναι κανείς έμπειρος φιλότεχνος για να τα αισθανθεί.

«Συγκινήθηκα διότι έχω να το δω αυτό το έργο από το 1991, όταν το έκανα», ακούστηκε να λέει ο Μιχάλης Μανουσάκης μπροστά από τη «Θημωνιά» του, το βράδυ της 29ης Ιουλίου, στα εγκαίνια της έκθεσης, εν μέσω των παρισταμένων, επώνυμων και ανώνυμων. Διότι, εκτός από τον πρώην πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη και τη σύζυγό του και τη σύζυγο του κ. Σουφλιά, υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, το παρών έδωσε πολύς απλός κόσμος, κυρίως επισκέπτες.

«Πολύ ωραία όλα, αλλά έπρεπε να βάλετε τους νέους στη μεγάλη αίθουσα κι εμάς, τους παλιούς, στη μικρή», έλεγε με έμφαση ο Παναγιώτης Τέτσης στη Λίνα Τσίκουτα και στην κ. Ολγα Καρατζά, «δαιμόνια» Σιφνιά, που είχε τον γενικό συντονισμό της όλης διοργάνωσης, και η οποία πασχίζει πάντα να συνδέεται η Σίφνος με την τέχνη. Σε αυτό βρίσκει παραστάτη και τον δήμαρχο του νησιού, κ. Ιωάννη Γεροντή. Παρούσα βέβαια ήταν και η κ. Μαρίνα Λαμπράκη–Πλάκα, η οποία θυμόταν τον ένα μήνα που πέρασε στη Σίφνο, απομονωμένη σε ένα δωμάτιο, «στη μέση του πουθενά», προκειμένου να προετοιμαστεί για εξετάσεις πτυχίου στην αρχαιολογία.

Το Παλιό Σχολείο

Ο ίδιος ο χώρος του Παλιού Σχολείου συναγωνιζόταν τα έργα που φιλοξενούσε. Ο Αντώνης Ραφελέτος, πρόεδρος του σωματείου «Οι Φίλοι του Κάστρου», αφηγούνταν πόσο καημό το είχε ο χώρος αυτός να γίνει αυτό που είναι σήμερα. «Από τις αρχές της δεκαετίας του ’50, ο χώρος αυτός είχε αρχίσει να στάζει. Εκλεισε στις αρχές του ’70. Από τότε χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη, υπνοδωμάτιο, μπαρ, ταβέρνα. Οταν ήμαστε μικροί ανεβάζαμε αυτοσχέδιες θεατρικές παραστάσεις για τους κατοίκους του Κάστρου. Ο δικός μου ο πόθος ήταν να γίνει χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων». Προσπάθησε πολύ για να πείσει το υπουργείο Πολιτισμού, ώσπου «ο κ. Σκαμνάκης, πρόεδρος των Σχολικών Κτιρίων, ξεκαθάρισε την κατάσταση. Σημειωτέον, όλα έγιναν χωρίς ούτε ένας δημόσιος φορέας να δώσει ευρώ». Επιμένει στο τελευταίο. Κι έχει δίκιο: ο κάθε τόπος στην Ελλάδα διατηρείται ζωντανός χάρη στην αγάπη των κατοίκων του – αν υπάρχει, διότι δεν είναι πάντα δεδομένη, το ξέρουμε καλά. Από αυτή τη σκοπιά, η ωραία Σίφνος είναι τυχερή.
(πηγή:kathimerini.gr)